- ἄτροφος
- ἄ-τροφος, (1) nicht nahrhaft (von Pflanzen); von Fischen. (2) nicht gut genährt, dürr; auch = an der Auszehrung krankend
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἄτροφος — ill fed masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
άτροφος — η, ο (AM ἄτροφος, ον) μσν. νεοελλ. (για γυναίκα) στείρα, άγονη αρχ. 1. ο ατροφικός 2. ο μη θρεπτικός 3. (για γάλα) που δεν πήζει. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + τροφος < τρέφω] … Dictionary of Greek
ἀτροφώτερον — ἄτροφος ill fed masc acc comp sg ἄτροφος ill fed neut nom/voc/acc comp sg ἄτροφος ill fed adverbial … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτροφωτέρων — ἄτροφος ill fed fem gen comp pl ἄτροφος ill fed masc/neut gen comp pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτροφώτατον — ἄτροφος ill fed masc acc superl sg ἄτροφος ill fed neut nom/voc/acc superl sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἄτροφον — ἄτροφος ill fed masc/fem acc sg ἄτροφος ill fed neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτροφωτάτη — ἄτροφος ill fed fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτροφωτέρου — ἄτροφος ill fed masc/neut gen comp sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτροφωτέρους — ἄτροφος ill fed masc acc comp pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτροφώταται — ἄτροφος ill fed fem nom/voc superl pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτροφώτατος — ἄτροφος ill fed masc nom superl sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)